Η τοποθέτηση μιας ακίνητης προσθετικής εργασίας όπως λόγου χάριν θήκης – στεφάνης, ακόμα και γέφυρας σε αποκατάσταση περισσότερων δοντιών ενδείκνυται ιδιαίτερα σε δόντια που φέρουν εκτεταμένες ή βαθιές εμφράξεις – σφραγίσματα και σε δόντια που συνήθως είναι απονευρωμένα, όπου η υπολειπόμενη φυσική δομή του δοντιού είναι περιορισμένη. Στις περιπτώσεις αυτές, ο εναπομείνας ιστός καθίσταται ευάλωτος, αυξάνοντας σημαντικά τον κίνδυνο θραύσης ή ραγίσματος του δοντιού κατά τη μάσηση, με αποτέλεσμα ο ασθενής να κινδυνεύει να χάσει το δόντι.
Η θήκη τοποθετείται, σαν ένα “καπέλο”, περιβάλλοντας πλήρως το δόντι, με στόχο να το προστατεύσει και να το καταστήσει ξανά λειτουργικό και ανθεκτικό. Μετά την τοποθέτηση, η αίσθηση για τη γλώσσα είναι φυσιολογική, σαν να πρόκειται για φυσικό δόντι, και ο ασθενής μπορεί να το βουρτσίζει καθημερινά, ακριβώς όπως τα υπόλοιπα δόντια του, διατηρώντας έτσι άριστη στοματική υγιεινή.